Skip to content

Ηλυσιακός Α.Ο. - Βόλεϊ γυναικών

Αρχική arrow Αρθρογραφία arrow Αθλητές και γονείς arrow Το φαινόμενο της παχυσαρκίας στην παιδική και εφηβική ηλικία

H Φιλοσοφία μας

Blog

Advertisement

Στατιστική

Έχουμε 13 επισκέπτες online
Προβολές: 1280500
This week 's Top 5
 57 % Greece
 18 % Italy
 17 % United States
 < 1.0 % Japan
 < 1.0 % Argentina
Επισκέπτες απο: 91 χώρες συνολικά
Το φαινόμενο της παχυσαρκίας στην παιδική και εφηβική ηλικία Εκτύπωση E-mail
Αρθρογραφία - Αθλητές και γονείς
Γράφει ο/η Ομάδα Σύνταξης   
07.11.07

«Το φαινόμενο της παχυσαρκίας στην παιδική και εφηβική ηλικία και η αντιμετώπισή του μέσω της αλλαγής στάσεων και συμπεριφορών ως προς τη φυσική άσκηση και την υγιεινή διατροφή».

των Κάμτσιου Σπυρίδωνα, Πολυδωρόπουλου Κων/νου
Καθηγητών Φυσικής Αγωγής.
e-mail: Αυτό το ηλεκτρονικό μήνυμα προστατεύεται από spam bots, θα πρέπει να έχετε ενεργοποιημένη τη Javascript για να το δείτε

Σήμερα οι στόχοι του σχολείου είναι κατά πολύ συνθετότεροι από την απλή μεταβίβαση γνώσεων ή την ανάπτυξη κριτικής σκέψης, σύμφωνα με το Fox(1996). Τα σχολικά προγράμματα υψηλής ποιότητας πρέπει να καλλιεργούν το άτομο ως σύνολο, παρέχοντας αναπτυξιακά κατάλληλη και επίκαιρη ακαδημαϊκή γνώση και επιδρώντας θετικά στη συμπεριφορά, στις στάσεις και την κοινωνική δράση των νέων ατόμων. Μέσα από την εμπειρία της σχολικής ζωής οι μαθητές θα πρέπει να αναπτύσσονται διαχρονικά και πολύπλευρα. Το μάθημα της φυσικής αγωγής διαδραματίζει το δικό του ρόλο στην επίτευξη του σκοπού αυτού, καθώς είναι η μοναδική περιοχή του σχολικού προγράμματος η οποία συνδέεται άμεσα με την κατάσταση της υγείας, στοχεύει στη διαμόρφωση συμπεριφορών, βελτιώνει την αυτοεκτίμηση και επιδρά θετικά σε ένα πλήθος παραμέτρων του χαρακτήρα και της προσωπικότητας ( Κιουμουρτζόγλου, Δέρρη, 2004).

Το αντικείμενο της φυσικής αγωγής, πέρα από τη μάθηση κινητικών δεξιοτήτων, προωθεί την υγεία των μαθητών παρέχοντάς τους γνώσεις και καθιστώντας τους κινητικά ενεργούς σε μια κοινωνία που χαρακτηρίζεται από την υποκινητικότητα.

Η υποκινητικότητα αποτελεί μια σύγχρονη επιδημία του αναπτυγμένου κόσμου, εκτιμάται δε ότι προκαλεί 1,9 εκατομμύρια θανάτους παγκοσμίως (WHO, 2003). Η έλλειψη φυσικής δραστηριότητας σε παιδιά και εφήβους είναι ιδιαίτερο σημαντικό πρόβλημα, αφού χρόνιες ασθένειες των ενηλίκων όπως καρδιακά νοσήματα, διαβήτης τύπου ΙΙ, παχυσαρκία και υποκινητικότητα, δρομολογούνται κατά την παιδική ηλικία (Τζέτζης, Κακαμούκας, Γούδας, Τσορμπατζούδης, 2005).

Image

Ιδιαίτερο πρόβλημα αποτελεί η παχυσαρκία, η οποία συνδέεται με την έλλειψη φυσικής δραστηριότητας. Η παχυσαρκία ξεκινά από την παιδική ηλικία. Όταν αυτό συμβεί, η πιθανότητα ανάπτυξης παχυσαρκίας κατά την ενήλικη ζωή αυξάνει κατά 3 φορές περίπου σε σύγκριση με τη διατήρηση, κατά την παιδική ηλικία, φυσιολογικού σωματικού βάρους.

Τα υπάρχοντα δεδομένα αποδεικνύουν ότι, όταν το σωματικό βάρος "μεταβιβάζεται" διαμέσου γενεών, παχύσαρκοι γονείς έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να αποκτήσουν υπέρβαρα παιδιά, τα οποία θα γίνουν παχύσαρκα άτομα όταν ενηλικιωθούν και με τη σειρά τους θα αποκτήσουν παχύσαρκους απογόνους (McCradle, Ketch F, Ketch V).

Η εμφάνιση λοιπόν και η επιμονή της παιδικής παχυσαρκίας αναγνωρίζεται σήμερα από πολλές χώρες του κόσμου σαν ένα εθνικό πρόβλημα υγείας. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι στην Αμερική το 25% περίπου των παιδιών μπορούν να χαρακτηριστούν ως παχύσαρκα. Στην πραγματικότητα, η επίπτωση της παχυσαρκίας λαμβάνει επιδημικές διαστάσεις. Κατά τα τελευταία 15 έτη η παχυσαρκία παρουσίασε αύξηση της τάξης του 54%, ενώ η υπερβολική παχυσαρκία σε παιδιά ηλικίας 6 έως 11 ετών αυξήθηκε κατά 98%. Όπως συμβαίνει και με τους ενήλικες, η πρόληψη και η θεραπεία της παιδικής παχυσαρκίας έχει αποδειχτεί εξαιρετικά δύσκολη. Η πρόληψη θα πρέπει να αρχίζει από την παιδική ηλικία με την υιοθέτηση υγιεινών συμπεριφορών και θετικών στάσεων ως προς τη φυσική δραστηριότητα ( McCradle, Ketch F, KetchV).
Το φαινόμενο της παχυσαρκίας λοιπόν γίνεται όλο και πιο απειλητικό και αποτελεί συνάρτηση πολλών παραγόντων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η κληρονομικότητα, η επίδραση του περιβάλλοντος και ιδιαίτερα ο σύγχρονος τρόπος ζωής, ο οποίος χαρακτηρίζεται από υπέρμετρη και αλόγιστη λήψη θερμίδων με χαμηλή συνήθως θρεπτική αξία. Σημαντικό επίσης ρόλο παίζει και η απουσία φυσικής δραστηριότητας. (Τοκμακίδης, Μπογδάνης, Συντώσης, Μούγιος, Mamen, 2002).
Οι άνθρωποι χαρακτηρίζονται ως παχύσαρκοι όταν το σωματικό τους λίπος υπερβαίνει ορισμένα ποσοστά που αντιστοιχούν στο 25% για τους άνδρες και στο 35% για τις γυναίκες. Επίσης, ως υπέρβαροι μπορούν να χαρακτηριστούν οι άνδρες με ποσοστό λίπους μεταξύ 20% και 25% και οι γυναίκες με ποσοστό λίπους μεταξύ 30% και 35%. Ένας εύχρηστος δείκτης ο οποίος χρησιμοποιείται για τον προσδιορισμό της σωματικής σύστασης είναι ο δείκτης μάζας σώματος (ΔΜΣ), ο οποίος δίδεται με το πηλίκο του βάρους δια του ύψους στο τετράγωνο (Τοκμακίδης και συν. 2002).
Οι μετρήσεις του βάρους και του ύψους λοιπόν βοηθούν στην αξιολόγηση της γενικής υγείας των παιδιών και εφήβων, μετρήσεις που συνδυάζονται με αυτό το αξιόπιστο εργαλείο, το δείκτη μάζας σώματος ( Body Mass Index- BMI). Ο BMI χρησιμοποιείται για αξιολογήσεις της παχυσαρκίας τόσο σε ενήλικες, όσο και σε παιδιά. Ειδικές επιτροπές προτείνουν το 85ο εκατοστημόριο ως όριο έναρξης της παχυσαρκίας, ενώ πάνω από το 95ο εκατοστημόριο προσδιορίζει παιδιά με μεγάλο κίνδυνο παραμονής ως παχύσαρκα και στην ενηλικίωση και με παρουσία παραγόντων κινδύνου για την υγεία ακόμη και σε αυτήν την ηλικία (Τζέτζης και συν. 2005).
Για τον καθορισμό των δεικτών που προσδιορίζουν φυσιολογικά, υπέρβαρα και παχύσαρκα παιδιά, έγινε μια μεγάλη έρευνα με δείγμα 192.727 άτομα (97.876 αγόρια και 94.851 κορίτσια) από 6 χώρες του κόσμου (Βραζιλία, Αγγλία, Hong Kong, Ολλανδία, Σιγκαπούρη, Αμερική) και από την οποία καθορίστηκαν τα όρια για υπέρβαρα και παχύσαρκα αγόρια και κορίτσια μέχρι 25 ετών.(Cole, Bellizzi, Flegal, Dietz, 2000).
Σε μια άλλη μεγάλη και πρόσφατη έρευνα που έγινε στον Καναδά το 2004 από τους Canning, Courage και Frizzell, μετρήθηκε ο ΔΜΣ 4161 μαθητών, ηλικία μεταξύ 3,5 και 5,5 ετών. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι 1 στα 4 παιδιά είναι ήδη υπέρβαρα ή παχύσαρκα από αυτήν την ηλικία. Επίσης στην ίδια έρευνα υπάρχει αναφορά από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, χαρακτηριστικό της οποίας είναι ότι πολλά παιδιά ηλικίας 2 ετών τείνουν να είναι περισσότερο παχιά σε σχέση με το ύψος τους.

Image

Αρκετές έρευνες έχουν γίνει και στην Ελλάδα και μετρήθηκε ο ΔΜΣ μαθητών/τριων.

Οι Mamalakis, Kafatos, Manios, Anagnostopoulou, και Apostolaki σε πρόσφατη έρευνά τους σε ελληνικό μαθητικό πληθυσμό το 2000, μέτρησαν το ΔΜΣ 1046 μαθητών 6 ετών, 579 μαθητών 9 ετών και 831 μαθητών 12 ετών. Τα αποτελέσματα έδειξαν υψηλό ποσοστό παχύσαρκων και υπέρβαρων μαθητών.

Το 50% περίπου των παιδιών στην ηλικία των 6 ετών και το 50% στην ηλικία των 12 ετών ήταν παχύσαρκα. Αυτό συνδέθηκε με το γεγονός ότι η παχυσαρκία ξεκινά από την παιδική ηλικία και συνδέεται με την εφηβική παχυσαρκία και την παχυσαρκία στους ενηλίκους.

Η Ελληνική Ιατρική Εταιρεία Παχυσαρκίας, λόγω της αύξησης του φαινομένου της παιδικής και εφηβικής παχυσαρκίας κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, διεξήγαγε πανελλήνια επιδημιολογική μελέτη με σκοπό τον υπολογισμό της συχνότητας εμφάνισης παχυσαρκίας και σωματικού υπέρβαρου σε παιδιά και εφήβους στην ελληνική επικράτεια. Στην έρευνα πήραν μέρος 18.045 παιδιά και έφηβοι (8.552 αγόρια και 9.493 κορίτσια) ηλικίας 2 έως 9 ετών. Ο ΔΜΣ κατηγοριοποιήθηκε με βάση την καμπύλη ανάπτυξης του Cole (Cole et. al. 2000). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στην ηλικία των 2 έως 6 ετών, 6,9% των αγοριών είναι υπέρβαρα και 11,2% παχύσαρκα, ενώ 4,9% των κοριτσιών είναι υπέρβαρα και 11,4% παχύσαρκα. Στην ηλικία των 7 έως 12 ετών 12,7% των αγοριών είναι υπέρβαρα και 10% παχύσαρκα και 11,1% των κοριτσιών είναι υπέρβαρα και 7,2% παχύσαρκα. Τέλος, στην ηλικία των 13 έως 19 ετών, 20,7% των αγοριών είναι υπέρβαρα και 8,9% παχύσαρκα και 12,5% των κοριτσιών είναι υπέρβαρα και 3,6% παχύσαρκα. Το συμπέρασμα από την παραπάνω μελέτη είναι ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα της παιδικής και εφηβικής παχυσαρκίας στην Ελλάδα εντοπίζεται στις ηλικίες από 2 έως 6 ετών. (Ελληνική Ιατρική Εταιρεία Παχυσαρκίας, 2005).

Στη συνέχεια, η Ελληνική Ιατρική Εταιρεία Παχυσαρκίας διεξήγαγε μια 2η επιδημιολογική μελέτη για την ανεύρεση του ποσοστού παχυσαρκίας στους ενηλίκους. Η συλλογή στοιχείων πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο του ερωτηματολογίου και επιλέχτηκε ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του ελληνικού πληθυσμού, αποτελούμενο από 17.341 άτομα (8.234 άνδρες και 9.107 γυναίκες), ηλικίας 20-70 ετών, από τους οποίους υπολογίστηκε ο ΔΜΣ. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η συχνότητα εμφάνισης παχυσαρκίας ανέρχεται σε ποσοστό 26% στους άνδρες και 18,2% στις γυναίκες, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά για το σωματικό υπέρβαρο είναι 41,1% και 29,9% αντίστοιχα. Στους άνδρες το ποσοστό παχυσαρκίας στην ηλικιακή ομάδα των 20-30 ετών είναι 11,4%, ενώ στις ηλικίες 31-70 ετών το ποσοστό αυτό κυμαίνεται σταθερά μεταξύ 26% και 28%. Στις γυναίκες, το ποσοστό παχυσαρκίας ανέρχεται στο 7,4% στην ηλικιακή ομάδα των 20-30 ετών, ενώ αυξάνεται σταδιακά φτάνοντας το 44,7% στην ηλικιακή ομάδα των 61-70 ετών. Παρόμοιες τάσεις και στα 2 φύλα παρατηρούνται και στα ποσοστά συχνότητας εμφάνισης σωματικού υπέρβαρου.

Image

Στα συμπεράσματα αναφέρεται ότι η συχνότητα εμφάνισης παχυσαρκίας και σωματικού υπέρβαρου στον ελληνικό πληθυσμό και κυρίως στους άνδρες είναι υψηλή. ( Ελληνική Ιατρική Εταιρεία Παχυσαρκίας, 2005)

Στην Ελλάδα πάλι και σε μετρήσεις μικρότερης κλίμακας, οι Χριστόδουλος, Κάμτσιος και Πέγιος (2003), μέτρησαν το ΔΜΣ 211 μαθητών από την περιοχή της Αττικής, ηλικίας 6-12 ετών και βρήκαν ότι το 65,4% είχε φυσιολογικό ΔΜΣ, το 16,6% ήταν υπέρβαροι και το 18% παχύσαρκοι. Σε μια άλλη έρευνα των Christodoulou, Kamtsiou και Papakotsi (2004) σε σχολεία της Ανατολικής Αττικής μετρήθηκε ο ΔΜΣ 1778 μαθητών (878 κορίτσια, 8,1±0,4 ετών και 900 αγοριών, 8,2±0,5 ετών). Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το 67,3% των παιδιών είχαν φυσιολογικό ΔΜΣ, το 21% ήταν υπέρβαρα και το 11,8% παχύσαρκα. Σε μια διαφορετική μέτρηση στα πλαίσια του προγράμματος ανίχνευσης ταλέντων, μετρήθηκε ο ΔΜΣ 4.475 μαθητών/τριων δευτέρας τάξης δημοτικού σχολείου (2.262 αγόρια και 2.213 κορίτσια) και βρέθηκε ότι το 65% των μαθητών είχε φυσιολογικό ΔΜΣ, το 25% ήταν υπέρβαροι και το 10% παχύσαρκοι (Χριστόδουλος, Κάμτσιος, Πολυκράτης, 2005). Τέλος, σε μέτρηση ΔΜΣ 426 μαθητών της Αττικής, 215 αγόρια και 211 κορίτσια (9,1±1,4 ετών), 67,6% είχαν φυσιολογικό ΔΜΣ, 20,7% ήταν υπέρβαρα και 11,7% παχύσαρκα (Πολυκράτης, Χριστόδουλος, Κάμτσιος, Τοκμακίδης, 2005). Όλες οι παραπάνω έρευνες φανερώνουν τα υψηλά ποσοστά υπέρβαρων και παχύσαρκων αγοριών και κοριτσιών, αποδεικνύοντας τη δραματική αύξηση της παχυσαρκίας ήδη από τις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου.
Φαίνεται λοιπόν ότι η επικράτηση της παιδικής παχυσαρκίας αυξάνεται και σαν αποτέλεσμα αυτού η Παγκόσμια οργάνωση Υγείας συνδυάζει την παχυσαρκία με την αυξανόμενη θνησιμότητα του πληθυσμού και την κατατάσσει στις επιδημικές ασθένειες. (Marild, Bondstam, Bergstrom, Ehnberg, Hallsing, Albertsson-Wiklan, 2004). Πέραν του κοινωνικού κόστους η εξάπλωση της παχυσαρκίας προβάλλει παράλληλα ένα τεράστιο οικονομικό ζήτημα. Από στατιστικά στοιχεία προκύπτει ότι το 22% των ανδρών και το 38% των γυναικών στις δυτικές κοινωνίες προσπαθούν να χάσουν βάρος ξοδεύοντας δισεκατομμύρια δολάρια και χρόνο και χρησιμοποιώντας πολλές φορές επικίνδυνες για την υγεία μεθόδους (Τοκμακίδης και συν. 2000). Επίσης σύμφωνα με διάφορα στατιστικά στοιχεία φαίνεται ότι τις τελευταίες δεκαετίες τα ποσοστά παχυσαρκίας των αμερικανών πολιτών αυξάνονται προοδευτικά. Δυστυχώς, στα ίδια χνάρια οδεύει και η ελληνική κοινωνία, η οποία φαίνεται να ακολουθεί το αμερικανικό πρότυπο, ιδιαίτερα στις μικρές ηλικίες (Τοκμακίδης και συν. 2000).
Σωστά λοιπό η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας αναφέρει μια διαρκώς επιδεινούμενη κατάσταση της υγείας και της ικανότητας απόδοσης του ενήλικου πληθυσμού και θεωρεί ως πρωταρχικό στόχο σε όλες τις χώρες «τη σημαντική αύξηση συμπεριφορών που προάγουν την υγεία, όπως ισορροπημένη διατροφή, αποχή από το κάπνισμα, κατάλληλη φυσική άσκηση και αντιμετώπιση του άγχους».(WHO, 2002). Νεώτερες έρευνες επισημαίνουν ότι λόγω της παχυσαρκίας παρατηρείται μια αρνητική εξέλιξη στο βιολογικό δυναμικό παιδιών και εφήβων.

Η παχυσαρκία στα παιδιά έχει γίνει μάστιγα που εξαπλώνεται, η συχνότητά της υπολογίζεται σε 5-15% σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης και 20-25% στην Αμερική. Σύμφωνα με τους Mamalakis και συν.(2000), τα παιδιά του δημοτικού σχολείου στη χώρα μας εμφανίζουν μεγαλύτερη συχνότητα παχυσαρκίας σε σχέση με τα συνομήλικά τους από την Αμερική.

Επίσης σε πρόσφατη κλινική μελέτη αποδείχτηκε ότι, όπως και στους ενήλικες, η παχυσαρκία στα παιδιά και στους εφήβους προκαλεί αντίσταση στην ινσουλίνη, οδηγεί αρχικά σε προδιαβητική κατάσταση και τέλος σε διαβήτη τύπου ΙΙ.( Sinha, Fisch, Teague, Tamborlane, Banyas, Allen, Savoye, Rieger, Taksalis, Barbetta, Sherwin, Caprios, 2002). Ένα μεγάλο ποσοστό παιδιών και εφήβων εμφανίζουν περισσότερους από 3 παράγοντες καρδιαγγειακού κινδύνου ( παχυσαρκία, υπέρταση, διαταραχή λιπιδίων) (Bouziotas, Koutedakis, Shiner, Pananakakis, Fotopoulou, Garas, 2001), ενώ αυξημένη είναι και η συχνότητα εμφάνισης μυϊκών ανισορροπιών, μυοσκελετικών παθήσεων και αποκλίσεων από τη σωστή στάση του σώματος (Juskeliene, Magnus, Bakketeig, Dailidiene, Jurkurenas, 1996).

Image

Το φαινόμενο της παχυσαρκίας έχει απασχολήσει αρκετές φορές τον ελληνικό και διεθνή τύπο. Ενδεικτική είναι μια αναδημοσίευση, από εφημερίδα του εξωτερικού, στον ελληνικό τύπο, των πορισμάτων της συνεδρίασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις Βρυξέλλες την 12η Νοεμβρίου 2004, με θέμα “Diabetes: Europe rising to the research challenge at the EU parliament”, που αναφέρει τα εξής : Την αναγνώριση της παχυσαρκίας ως νόσου, τη συνειδητοποίηση ότι η παχυσαρκία αποτελεί σημαντικό πρόβλημα δημόσιας υγείας, την ανάγκη της αντιμετώπισης της παχυσαρκίας με την κατάλληλη καθοδήγηση των πασχόντων, την αναγκαιότητα της παρέμβασης στον τρόπο ζωής και της αλλαγής των διατροφικών συνηθειών και την τεκμηρίωση ότι η πρόληψη και η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας δεν είναι μόνο προσωπική ευθύνη, αλλά θέμα των λειτουργών υγείας και των οργανισμών παροχής υγείας, αλλά και όλων των κοινωνικών φορέων και των υπηρεσιών όλων των κρατών (Βήμα, 2005).
Σε μια άλλη δημοσίευση εφημερίδας που εστιάζεται κυρίως στις κοινωνικοοικονομικές συνέπειες της παχυσαρκίας, αναφέρεται ότι η παχυσαρκία στους ενήλικες, οδηγεί σε μεγάλη αύξηση των εργαζομένων που χρειάζονται αναρρωτικές άδειες και ότι μεγάλες εταιρείες στη Μεγάλη Βρετανία προτρέπουν τους εργαζόμενούς τους να αποφεύγουν τις ανθυγιεινές διατροφικές συνήθειες και να βελτιώσουν τη φυσική τους κατάσταση, με στόχο να μειωθούν οι ημέρες που χάνονται λόγω ασθενειών συνδεδεμένων με το πάχος. Επίσης, αναφέρονται στα αποτελέσματα ερευνών σε μεγάλες εταιρείες στην Αμερική, στις οποίες οι οργανωμένες προσπάθειες καταπολέμησης της παχυσαρκίας στον εργασιακό χώρο βελτίωσαν σημαντικά τα επίπεδα της παραγωγικότητας (Ελευθεροτυπία, 2005)
Τα αίτια για όλη αυτήν την κατάσταση θα πρέπει να αναζητηθούν σε πολλούς παράγοντες. Κυριότερος είναι η μειωμένη φυσική δραστηριότητα, η υποκινητικότητα και οι ανθυγιεινές διατροφικές συνήθειες των μαθητών. Αν μάλιστα λάβει κανείς υπόψη του ότι η παρακίνηση των μαθητών για την άσκηση και τη φυσική δραστηριότητα μειώνεται δραματικά όσο μεγαλώνουν τα παιδιά ( Παπαϊωάννου, Θεοδωράκης, Γούδας, 1999), τότε είναι φανερό ότι τα παραπάνω ερευνητικά δεδομένα θέτουν τις προϋποθέσεις για σημαντικά προβλήματα υγείας που θα προκύψουν αναπόφευκτα όταν τα παιδιά ενηλικιωθούν. Ενδεικτικά είναι και τα αποτελέσματα έρευνας των Hardus, Vuuren, Crowford και Worsley (2003), οι οποίο λαμβάνοντας υπόψη τη δραματική αύξηση της παιδικής παχυσαρκίας τις 2 τελευταίες δεκαετίες σε όλον τον κόσμο, θέλησαν να αναζητήσουν τα αίτια που την προκαλούν, κυρίως σε μαθητές του δημοτικού σχολείου. Το δείγμα της έρευνας αποτέλεσαν 315 ενήλικες από την Αυστραλία που απάντησαν σε ερωτηματολόγια, στα οποία αναφέρονταν οι 25 πιθανές αιτίες που προκαλούν την παχυσαρκία στα παιδιά. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η υποκινητικότητα, το ανθυγιεινό και γρήγορο φαγητό, η άγνοια των γονέων για το πρόβλημα, η χρήση των νέων τεχνολογιών, οι πολλές ώρες που βλέπουν τα παιδιά τηλεόραση, η ελλιπής γνώση των μαθητών για τα θετικά αποτελέσματα της συστηματικής άσκησης και η έλλειψη παρακίνησης για αυτήν, οδηγούν στο θλιβερό φαινόμενο της παχυσαρκίας.

Η υποκινητικότητα, και η καθιστική ζωή αποτελούν σημαντικές αιτίες για την παχυσαρκία. Συνεπικουρικός των 2 παραπάνω παραγόντων είναι και ο ρόλος της τηλεόρασης, της οποίας η επίδραση έχει τεκμηριωθεί. Πολλές έρευνες έχουν δείξει μια ισχυρή σχέση της αυξανόμενης παιδικής παχυσαρκίας σε συνδυασμό με τις ώρες που τα παιδιά βλέπουν τηλεόραση καθώς και με την κατανάλωση ανθυγιεινών τροφών κατά τη διάρκεια που βλέπουν τηλεόραση. (Cheng,2004), σε συνδυασμό με μειωμένη συμμετοχή σε φυσικές δραστηριότητες (Sable, Weyer, Harper, Lindsay, Ravussin, Tataranni, 2002).

Image
Ενδεικτική είναι μια μεγάλη σε έκταση και πρόσφατη μελέτη των Janssen, Katzmarzyk, Boyce, Vereecken, Mulvihill, Roberts, Currie και Picket (2005), οι οποίοι εξέτασαν την επικράτηση του φαινομένου της παχυσαρκίας σε μαθητές από 34 χώρες. Το δείγμα τους αποτέλεσαν 137.593 παιδιά ηλικία 10-16 ετών και τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στις χώρες στις οποίες η φυσική δραστηριότητα των νέων είναι χαμηλή και τα παιδιά βλέπουν πολλές ώρες τηλεόραση, η παχυσαρκία είναι αυξημένη. Οι παραπάνω ερευνητές προτείνουν ότι οι στρατηγικές που θα εφαρμοστούν για την πρόληψη και τη θεραπεία της παχυσαρκίας στους νέους, θα πρέπει να έχουν ως στόχο τη μείωση της υποκινητικότητας με τη συμμετοχή σε φυσικές δραστηριότητες και τη μείωση των ωρών που οι μαθητές βλέπουν τηλεόραση.
Σε μια άλλη έρευνα των Wake, Hesketh και Waters (2003), συμμετείχαν 3104 παιδιά ( 5-13 ετών) και αφού μετρήθηκε το ύψος και το βάρος τους και βρέθηκε ο δείκτης μάζας σώματος, καταγράφηκε το ποσό του χρόνου που βλέπουν τηλεόραση, πόσο χρόνο ασχολούνται με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, καθώς και οι διατροφικές και οι αθλητικές τους συνήθειες. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα υπέρβαρα και παχύσαρκα παιδιά του δείγματος παρακολουθούσαν περισσότερες ώρες τηλεόραση και είχαν μειωμένη φυσική δραστηριότητα, σε σχέση με τα παιδιά με φυσιολογικό δείκτη μάζας σώματος. Επίσης δε βρέθηκε τέτοια συσχέτιση για την ενασχόληση με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Οι ερευνητές καταλήγουν στο ότι, το 60% των αιτιών της παχυσαρκίας οφείλεται σε παράγοντες του σύγχρονου τρόπου ζωής, όπως η μείωση της φυσικής δραστηριότητας και η αύξηση της καθιστικής ζωής, καθώς και το γρήγορο και πρόχειρο φαγητό. Επίσης διαπιστώθηκε ότι όσο μεγάλωνε η ηλικία των μαθητών, τόσο περισσότερο αυξάνονταν τα ποσοστά παχυσαρκίας, καθώς μειωνόταν περισσότερο η φυσική δραστηριότητα και αυξάνονταν οι ώρες που οι μαθητές έβλεπαν τηλεόραση.
Σε παρόμοια αποτελέσματα κατάληξε και η έρευνα των Caroli, Argentieri, Cardone και Masi (2004), οι οποίοι έκαναν μια ανασκόπηση της διεθνούς βιβλιογραφίας για τη σχέση της παιδικής παχυσαρκίας, τις ώρες που τα παιδιά βλέπουν τηλεόραση και των διατροφικών τους συνηθειών. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η ενασχόληση με την τηλεόραση αντικαθιστά την ενασχόληση με τις κινητικές δραστηριότητες και υπάρχει μια θετική σχέση μεταξύ του υπέρβαρου και του παχύσαρκου μαθητή με τις πολλές ώρες που περνά μπροστά στην τηλεόραση. Θετική σχέση με την παχυσαρκία και την παρακολούθηση τηλεόρασης έχουν και κάποιες ανθυγιεινές συνήθειες, όπως η κατανάλωση γρήγορου και πρόχειρου φαγητού. Επίσης, φάνηκε ότι η παχυσαρκία αυξάνεται, όσο αυξάνονται οι ώρες που οι μαθητές βλέπουν τηλεόραση καθώς ανησυχητικό είναι και το γεγονός ότι τα τελευταία 30 χρόνια παγκοσμίως έχει αυξηθεί το ποσοστό των μαθητών που βλέπουν τηλεόραση πάνω από 4 ώρες την ημέρα.

Σε μια άλλη διαχρονική έρευνα των Andersen, Crespo, Bartlett, Cheskin και Pratt (1998), που διήρκησε από το 1988 μέχρι το 1996, εξετάστηκαν 4063 μαθητές ( 8-16 ετών), καταγράφηκε η ημερήσια φυσική τους δραστηριότητα και οι ώρες που έβλεπαν τηλεόραση καθημερινά και συνδυάστηκαν τα παραπάνω με το δείκτη μάζας σώματος και την παχυσαρκία.

Image
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα αγόρια και τα κορίτσια που έβλεπαν 4 ή περισσότερες ώρες τηλεόρασης κάθε ημέρα και δεν είχαν έντονη φυσική δραστηριότητα, ήταν περισσότερο παχύσαρκα και είχαν μεγαλύτερο δείκτη μάζας σώματος σε σχέση με εκείνα που έβλεπαν τηλεόραση λιγότερο από 2 ώρες την ημέρα. Επίσης, φάνηκε ότι οι μαθητές που συμμετείχαν 3 ή περισσότερες φορές την εβδομάδα σε φυσική δραστηριότητα, είχαν φυσιολογικό ΔΜΣ σε σχέση με εκείνους που δεν αθλούνταν. Ο Sable et.al,2002 αναφέρει επίσης ότι τα υπέρβαρα και παχύσαρκα παιδιά συνδέονται με αρνητικές συμπεριφορές ως προς τη συμμετοχή στα σπορ και στη φυσική δραστηριότητα και με θετικές συμπεριφορές ως προς τις πολλές ώρες παρακολούθησης τηλεόρασης και ανθυγιεινών συμπεριφορών. Είναι φανερό λοιπόν ότι το σημερινό κοινωνικό περιβάλλον περιλαμβάνει λίγες ευκαιρίες για φυσική δραστηριότητα και πολλές ευκαιρίες για καθιστική ζωή και υιοθέτηση ανθυγιεινών διατροφικών συμπεριφορών, κάτι που οδηγεί στην παχυσαρκία παιδιών, εφήβων, αλλά και ενηλίκων. Για να αντιμετωπιστεί αυτό το φαινόμενο πρέπει να στραφούμε στην αλλαγή των στάσεων και των αντιλήψεων για τη φυσική δραστηριότητα.

Τα σχολεία θα πρέπει να είναι ο πρώτος χώρος που θα διδαχθούν οι μαθητές την αξία της φυσικής δραστηριότητας και τη σημασία του να είναι κινητικά δραστήριοι και θα μάθουν για τα επιβλαβή αποτελέσματα από τις πολλές ώρες παρακολούθησης τηλεόρασης, ενασχόλησης με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή και την ανθυγιεινή διατροφή (Sothern, 2004).

Πολλά προγράμματα παρέμβασης έχουν γίνει σε σχολικές μονάδες σε πολλές χώρες του κόσμου, με σκοπό την πρόληψη και την καταπολέμηση της παχυσαρκίας, προγράμματα με στόχο την αλλαγή των διατροφικών συνηθειών, την αύξηση της φυσικής δραστηριότητας, την τροποποίηση των προσωπικών και κοινωνικών συμπεριφορών και τη συμμετοχή της οικογένειας στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Οι παρεμβάσεις αυτές με προγράμματα φυσικής δραστηριότητας έχουν αναφέρει επιτυχία και έχουν εστιάσει κυρίως στην αξία της φυσικής άσκησης και στην αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, ιδιαίτερα στη μείωση του χρόνου που βλέπει ο μαθητής τηλεόραση (Caballero, 2004).
Στα αποτελέσματα των πιο επιτυχημένων προγραμμάτων παρέμβασης για την αντιμετώπιση του φαινομένου της παχυσαρκίας, φάνηκε μια μείωση των ωρών που οι μαθητές βλέπουν τηλεόραση, αύξηση της συνήθειας να τρώνε φρούτα και λαχανικά και αύξηση της ημερήσιας φυσικής δραστηριότητας. Επίσης η οικογένεια έπαιξε ένα πολύ σημαντικό ρόλο. Όταν η οικογένεια εμπλέχτηκε ενεργά στην παρέμβαση για την υιοθέτηση υγιεινών συμπεριφορών, τα αποτελέσματα ήταν πιο θετικά (Warren, Henry, Lightowler, Bradshaw, Perwaiz, 2003).

Image

Οι Warren και συν. (2003), εφάρμοσαν ένα πρόγραμμα παρέμβασης στο σχολείο για την πρόληψη της παχυσαρκίας σε μαθητές ηλικίας 5-7 ετών. Οι μαθητές χωρίστηκαν στην ομάδα ελέγχου και σε μια από τις 3 ομάδες παρέμβασης, ομάδα διατροφής, ομάδα φυσικής δραστηριότητας, ομάδα διατροφής και φυσικής δραστηριότητας. Η παρέμβαση διήρκησε 4 εβδομάδες και διαπιστώθηκε σημαντική αλλαγή στη συμπεριφορά και στις 3 ομάδες παρέμβασης σε σχέση με την ομάδα ελέγχου. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το σχολείο είναι ο ιδανικός τόπος για την εφαρμογή και την προαγωγή προγραμμάτων που αφορούν έναν υγιεινό τρόπο ζωής και πρέπει να υπάρχουν προγράμματα που να σκοπεύουν στην αλλαγή της συμπεριφοράς των μαθητών με σκοπό τη δια βίου άσκηση για υγεία.

Σε ένα άλλο πρόγραμμα παρέμβασης για την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας οι Deforche, Bourdeaudhuij, Tanghe, Hills και DeBode (2004), θέλησαν να διερευνήσουν τις αλλαγές στα επίπεδα της φυσικής δραστηριότητας και τις ψυχολογικές παραμέτρους από τη συμμετοχή σε φυσική δραστηριότητα σε παχύσαρκα παιδιά. Το δείγμα της έρευνας αποτέλεσαν 100 παχύσαρκα παιδιά και έφηβοι, τα οποία ακολούθησαν ένα 10-μηνο πρόγραμμα αντιμετώπισης της παχυσαρκίας, που περιελάμβανε διατροφή με καθορισμένη ημερήσια λήψη θερμίδων και καθημερινή φυσική δραστηριότητα. Το πρόγραμμα της άσκησης περιελάμβανε 2 ώρες την εβδομάδα άσκηση με φυσιοθεραπευτή, 2 ώρες την εβδομάδα φυσική αγωγή στο σχολείο και 2 ώρες την ημέρα κινητικές δραστηριότητες πριν και μετά το σχολείο. Ο σκοπός του προγράμματος εξάσκησης ήταν η βελτίωση των κινητικών δεξιοτήτων, η υιοθέτηση υγιεινών φυσικών συνηθειών και η αλλαγή των στάσεων απέναντι στην άσκηση. Τα αποτελέσματα ήταν θετικά. Οι μετρήσεις του ΔΜΣ έδειξαν ότι τα παιδιά μείωσαν το βάρος τους μετά την παρέμβαση. Παράλληλα, αυξήθηκε η συμμετοχή τους σε φυσικές δραστηριότητες και μειώθηκε ο χρόνος που παρακολουθούσαν τηλεόραση. Τέλος, βελτιώθηκαν οι θετικές συμπεριφορές τους και οι στάσεις τους για την άσκηση και την φυσική δραστηριότητα. Η παιδική παχυσαρκία λοιπόν μπορεί να αντιμετωπιστεί με τη μείωση του βάρους, τη σωστή διατροφή και την αυξημένη φυσική δραστηριότητα. Οι παρεμβάσεις που αναφέρθηκαν σχετίζονται και με τις θετικές αλλαγές και τις στάσεις ως προς τη συμμετοχή στη φυσική δραστηριότητα. Η υιοθέτηση νέων και πιο υγιεινών συμπεριφορών και τρόπων ζωής είναι πολύ σημαντικοί παράγοντες. Έτσι, αλλάζοντας τις συμπεριφορές απέναντι στη διατροφή, στην άσκηση και στις καθημερινές συνήθειες, είναι πολύ πιθανό να τροποποιηθεί και το βάρος του σώματος. (Zwiauer,2000). Η παχυσαρκία τείνει να γίνει μια από τις πιο κοινές ασθένειες και να πάρει μορφή επιδημίας σε όλον τον κόσμο. Κατά τη διάρκεια της παιδικής και εφηβικής ηλικίας θεωρείται ότι είναι ένας καίριος παράγοντας που καθορίζει το αν κάποιος γίνει παχύσαρκος σαν ενήλικας, καθώς έχει βρεθεί ότι 30% από τα κορίτσια και 10% από τα αγόρια που ήταν παχύσαρκα στην παιδική τους ηλικία, έγιναν παχύσαρκοι ενήλικες. Επιπλέον, η παχυσαρκία συνδέεται με τον αυξημένο κίνδυνο για υπέρταση, στεφανιαία νόσο και διαβήτη και έχει και κοινωνικοοικονομικές επιπτώσεις (Mota, Santos, Guerra, Ribeiro, Duarte,2002). Η έλλειψη φυσικής δραστηριότητας και η καθιστική ζωή παίζει ένα πολύ σημαντικό ρόλο στην αύξηση της παχυσαρκίας. Ο στόχος λοιπόν για τα παχύσαρκα παιδιά είναι να τα ωθήσουμε σε φυσική δραστηριότητα, θεωρώντας ότι η ενασχόληση με αυτήν κατά την παιδική ηλικία, θα τα ωθήσει σε κινητική δραστηριοποίηση για όλη τους τη ζωή. Η φυσική δραστηριότητα λοιπόν θα πρέπει να είναι ο κυρίαρχος στόχος γιατί, εκτός από την πρόληψη της παχυσαρκίας, βοηθά στη βελτίωση της σύστασης και της εικόνας του σώματος, έχοντας παράλληλα ψυχολογικά και κοινωνικά οφέλη. (Mota και συν. 2002).
Δόθηκε έμφαση αναφέροντας όλα τα παραπάνω στο μεγάλο ιατρικό και κοινωνικό πρόβλημα που έχει δημιουργηθεί λόγω του σύγχρονου τρόπου ζωής και των απαιτήσεων, κυρίως εργασιακών, της σημερινής κοινωνίας. Όλα τα παραπάνω όμως, μπορούν να εξαλειφθούν, να απαλειφθούν, κυρίως αν αλλάξουν οι στάσεις και οι συμπεριφορές των ατόμων απέναντι στην άθληση – άσκηση. Γίνεται λοιπόν επιτακτική η ανάγκη δημιουργίας προγραμμάτων παρέμβασης σε θέματα υγείας και όχι μόνο, από πολύ μικρές ηλικίες, ώστε να καταστεί δυνατό τα παιδιά να αποκτήσουν τέτοια συμπεριφορά στον τρόπο ζωής και στη διατροφή τους, που να επηρεάζει θετικά την υγεία τους σε μακροχρόνια βάση. Άρα, παιδιά και ενήλικες, πρέπει να συμμετέχουν σε διάφορες δραστηριότητες για να βελτιώσουν την καρδιαγγειακή τους αντοχή, ώστε, η συστηματική σωματική άσκηση σε συνδυασμό με τη σωστή διατροφή, να βοηθήσουν στην αποφυγή της εμφάνισης της παχυσαρκίας και των διάφορων νοσημάτων που αναφέρθηκαν παραπάνω.

Οι γνώσεις και οι θετικές στάσεις των μαθητών σε θέματα άσκησης και υγείας θα βοηθήσουν την πρωτογενή πρόληψη της παχυσαρκίας και των χρόνιων νοσημάτων, πρόληψη που θα πρέπει να αρχίσει νωρίς, ήδη από την πρώιμη παιδική ηλικία. Με τη δημιουργία προγραμμάτων παρέμβασης και άσκησης από τις μικρές ηλικίες και φυσικά σε όλες τις βαθμίδες εκπαίδευσης, είναι δυνατόν να αποκτήσουν τα παιδιά τέτοια συμπεριφορά στον τρόπο ζωής, διατροφής και άσκησης, που θα επηρεάσει θετικά την υγεία τους και την ποιότητα ζωής τους σε μακροχρόνια βάση. Η παιδική και σχολική ηλικία λοιπόν είναι η καταλληλότερη περίοδος για την τροποποίηση της διατροφικής συμπεριφοράς και των συνηθειών της σωματικής άσκησης, καθώς η μετέπειτα στάση ζωής των παιδιών εξαρτάται από τις γνώσεις και τα βιώματα που αποκτούν την περίοδο αυτή και προέρχονται κυρίως από τη σχολική ζωή. Και εδώ ακριβώς έρχεται ο ρόλος του σχολείου και του μαθήματος φυσικής αγωγής να πρωταγωνιστήσει. Τα προγράμματα άσκησης μπορούν και πρέπει να περιλαμβάνουν δραστηριότητες που θα γίνουν τρόπος ζωής, όπως το να περπατά ο μαθητής αντί να χρησιμοποιεί λεωφορείο, το να ανεβαίνει στην πολυκατοικία με τις σκάλες αντί να χρησιμοποιεί τον ανελκυστήρα, το να συμμετέχει ενεργά σε ομάδες με σκοπό την άσκηση και τη γνωριμία με τον αθλητισμό. Θα πρέπει να τροποποιούνται και να αλλάζουν οι συμπεριφορές της μη δραστήριας ζωής, όπως οι πολλές ώρες που βλέπει κάποιος τηλεόραση, καθώς οι έρευνες έχουν δείξει ότι μειώνοντας την καθιστική ζωή αυξάνεται η πιθανότητα του να χάσει κάποιος βάρος (Zwiauer, 2000).
Σύμφωνη γνώμη με τα παραπάνω έχει και το Health Education Authority, που επισημαίνει το ρόλο της φυσικής δραστηριότητας και άσκησης στην πρόληψη και στην αντιμετώπιση της παχυσαρκίας κατά την παιδική και εφηβική ηλικία. Προτείνει κινητική δραστηριότητα, κατάλληλη διατροφή και παρακίνηση των μαθητών για να αποκτήσουν θετικές στάσεις ως προς την άσκηση. Στις δραστηριότητες πρέπει να εμπλέκονται κινήσεις μεγάλων μυϊκών ομάδων και πρέπει να είναι ευχάριστες και διασκεδαστικές για τα παιδιά (Health Education Authority,1992).
Έτσι λοιπόν οι μαθητές, παχύσαρκοι και μη, θα πρέπει να συμμετέχουν σε προγράμματα άσκησης που να προάγουν μια δραστήρια ζωή και να εμπλέκονται σε αυτά δια βίου (Zwiauer, 2000). Ταυτόχρονα πρωτοβάθμια πρόληψη για τη δημόσια υγεία που θα πρέπει να είναι η υιοθέτηση θετικών συμπεριφορών για την άσκηση (Mota και συν. 2002).
Γίνεται λοιπόν άμεση και επιτακτική κοινωνική ανάγκη η δια βίου άσκηση και η άσκηση για υγεία, που ήδη αποτελεί βασικό συνθετικό των σχολικών προγραμμάτων φυσικής αγωγής σε πολλές χώρες. Αν δεχτούμε ότι πρωταρχικός στόχος της εκπαίδευσης είναι να συνεισφέρει στην ποιότητα ζωής των ανθρώπων, θα πρέπει και στη χώρα μας η σχολική φυσική αγωγή να συμβαδίζει με τις άλλες χώρες,, εφόσον φιλοδοξεί να συμβάλλει ουσιαστικά στην ποιότητα ζωής μετά το σχολείο και όχι να περάσει απλώς ως ένα ακόμα από τα μαθήματα του αναλυτικού προγράμματος.
Παιδιά που έχουν θετική αντίληψη και επαρκή γνώση για την ευεργετική επίδραση της άσκησης έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να υιοθετήσουν έναν μη καθιστικό τρόπο ζωής, έναν τρόπο ζωής, όπου η άσκηση θα αποτελεί βασικό συστατικό της στοιχείο. Επομένως, η μεγαλύτερη πρόκληση για τον εκπαιδευτικό της φυσικής αγωγής σήμερα είναι η μετουσίωση και μεταφορά του ορμέμφυτου της κίνησης που χαρακτηρίζει τα παιδιά σε κινητική συμπεριφορά έξω από το σχολείο, στη μετέπειτα ζωή τους. Δεν υπάρχει πιο παιδαγωγικός στόχος από το να εκπαιδευτούν οι μαθητές στο πώς να διαφυλάσσουν και να προάγουν την υγεία τους μέσω της άσκησης. Γιατί, σύμφωνα με τη ρήση του Schopenhauer: «Η υγεία δεν είναι το παν, αλλά χωρίς υγεία τα πάντα είναι ένα τίποτα».

Βιβλιογραφία
1. Andersen R, Crespo C, Bartlett S, Cheskin L, Pratt M, 1998: Relationship of physical activity and television watching with body weight and level of fatness among children. Journal of American Medical Association, 279(12), 938-942.
2. Bouziotas C, Koutedakis Y, Shiner R, Pananakakis Y, Fotopoulou V, Gara S, 2001: The prevalence of selectes modifiable coronary heart disease risk factors in 12-year Greek boys and girls. Pediatric Exercise Science, 13, 173-184.
3. Cabollero B, 2004: Obesity prevention in children: opportunities and challenges. International Journal of Obesity, 3, 90-95.
4. Canning P, Courage M, Frizzell L, 2004: Prevalence of overweight and obesity in a provincial population of Canadian preschool children. Journal of Canadian Medical Association, 171(3), 101-107.
5. Cheng T, 2004: Fast food, automobiles, television and obesity epidemic in Chinese children. International Journal of Cardiology (in press).
6. Christodoulos A, kamtsios S, Papakotsis K, 2004: Relationships between physical fitness and obesity in 8-year old Greek children. Proceeding of the 2004 Pre-Olympic Congress: Sport Science through the Ages.
7. Cole T, Bellizzi M, Flegal K, Dietz W, 2000: Establishing a standard definition for child overweight and obesity worldwide: international survey. BMJ, 320, 1-6.
8. Deforche B, Bourdeaudhuij I, Tanghe A, Hills A, DeBode P, 2004: Changes in physical activity and psychosocial determinants of physical activity in children and adolescents treated for obesity. Patient Education and Counseling, 55, 407-415.
9. Ελληνική Ιατρική Εταιρεία Παχυσαρκίας, www.hmao.gr, 2005.
10. Εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», Ιούνιος 2005
11. Εφημερίδα «Το Βήμα», Μάϊος 2005
12. Hardus P.M., Vuuren C, Crawford D, Worsley A, 2003: Public perceptions of the causes and prevention of obesity among primary school children. International Journal of Obesity, 27, 1465-1471
13. Health Education Authority, Sports Council. Allied Dunbar National Fitness Surrey: Main findings. London: Sports Council and Health Education Authority, 1992.
14. Janssen I, Katzmarzyk P, Boyce N, Vereecken C, Mulvihill C, Roberts C, Currie C, Picket W, 2005: Comparison of overweight and obesity prevalence in school aged youth from 34 countries and their relationships with physical activity and dietary patterns. Obesity Review, 6, 123-132.
15. Juskeliene V, Magnus P, Bakketeig L.S, Dailidiene N, Jurkurenas V, 1996: Prevalence and risk factors for asymmetric posture in preschool children aged 6-7 years. International Journal of Epidemiology, 25(5), 1053-1059.
16. Κιουμουρτζόγλου Ε, Δέρρη Β, 2003: Σκοποί, στόχοι και επιδιώξεις στη φυσική αγωγή. Πρακτικά Forum: Φυσική Αγωγή, επαναπροσδιορισμός του ρόλου της, Ουρανούπολη Χαλκιδικής.
17. Mamalakis G, Kafatos A, Manios Y, Anagnostopoulou T, Apostolaki I, 2000: Obesity indices in a cohort of primary school children in Crete: a six year prospective study. International Journal of Obesity, 24, 765-771.
18. Marild S, Bondestam M, Bergstrom R, Ehnberg S, Hallsing A, Albertsson – Wikland K, 2004: Prevalence trends of obesity and overweight among 10-year-old children in Western Sweden and relationships with parental body mass index. Acta Pediatric, 93, 1588-1595.
19. McArdle W, Katch F, Katch V: Φυσιολογία της άσκησης, Τόμος ΙΙ, 2η εκδ. Ιατρικές Εκδόσεις Πασχαλίδης, σελ. 704-707.
20. Muta J, Santos P, Guerra S, Ribeiro J, Duarte J, 2000: Differences of daily physical activity levels of children according to body mass index. Pediatric Exercise Science, 14, 442-452.
21. Παπαϊωάννου Α, Θεοδωράκης Ι, Γούδας Μ, 1999: Για μια καλύτερη διδασκαλία φυσικής αγωγής. Εκδόσεις Salto.
22. Πολυκράτης Μ, Χριστόδουλος Α, Κάμτσιος Σ, Τοκμακίδης Σ, 2005: Σχέση παχυσαρκίας και καρδιοαναπνευστικής ικανότητας σε μαθητές του δημοτικού σχολείου. Πρακτικά του 13ου Διεθνούς Συνεδρίου Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού.
23. Sable A, Weyer C, Harper I, Lindsay R, Ravussin E, Tataranni A, 2002: Assessing risk factors for obesity between childhood and adolencence: II. Energy Metabolism and Physical Activity. Pediatrics, 110, 307-314.
24. Sinha R, Fisch G, Teague B, Tamboelane W.V, Banyas B, Allen K, Saroye M, Rieger V, Taksalis S, Barbetta G, Sherwin R.S, Caprios S, 2002: Prevalence of impaired glucose tolerance among children and adolescents with marked obesity. N. Engl. J. Med. 346(11), 802-810.
25. Sothern M, 2004: Obesity prevention in children: Physical activity and nutrition. Nutrition, 20, 704-708
26. Τζέτζης Γ, Κακαμούκας Β, Γούδας Μ, Τσορμπατζούδης Χ, 2005: Σύγκριση της φυσικής δραστηριότητας και της σωματικής αυτοαντίληψης παχύσαρκων και μη παχύσαρκων παιδιών. Αναζητήσεις στη Φυσικής και τον Αθλητισμό, 3(1), 29-39.
27. Τοκμακίδης Σ, Μπογδάνης Γ, Συντώσης Λ, Μούγιος Β, Mamen Α, 2000: Άσκηση και παχυσαρκία. Άθληση και Κοινωνία, 32, 5-21.
28. Wake M, Hesketh K, Waters E, 2003: Television, computer use and body mass index in Australian primary school children. Journal of pediatrics and Child Health, 38, 130-134.
29. Warren J.M, Henry C.J.K.,Lightowler H.J, Bradshaw S.M, Perwaiz S, 2003: Evaluation of a pilot study programme aimed at the prevention of obesity in children. Health Promotion International, 18(4), 287-296.
30. WorldHealthOrganization, 2002.http://www.who.int/hpr/phosactiv/docs/healthanddevelopment
31. World Health Organization Diet, physical activity and health. Resolution of the executive board of the WHO, January 2002
32. Χριστόδουλος Α, Κάμτσιος Σ, Πέγιος Χ, 2003: Κινητική ανάπτυξη και παχυσαρκία σε παιδιά του δημοτικού σχολείου. Πρακτικά 4ου Συνεδρίου Ελληνικής Εταιρείας Αθλητικής Επιστήμης.
33. Χριστόδουλος Α, Κάμτσιος Σ, Πολυκράτης Μ, 2005: Σύγκριση επιδόσεων 8-χρονων αγοριών και κοριτσιών σε επιλεγμένες παραμέτρους της φυσικής κατάστασης. Πρακτικά του 13ου Διεθνούς Συνεδρίου Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού.
34. Zwiauer K, 2000: Prevention and treatment of overweight and obesity in children and adolescents. European Journal of Pediatrics, 159, 56-68.
Τελευταία ανανέωση ( 20.02.08 )
 
Advertisement